Καρκίνος ουροδόχου κύστης και θεραπεία
Το πρώτο σύμπτωμα του καρκίνου της ουροδόχου κύστης είναι σχεδόν πάντα το αίμα στα ούρα χωρίς πόνο. Εμφανίζεται στο 85-90% των περιπτώσεων και συχνά υποχωρεί μόνο του, γι’ αυτό και πολλοί ασθενείς καθυστερούν να το διερευνήσουν. Η πλειονότητα των περιστατικών είναι επιφανειακοί όγκοι, τα λεγόμενα θηλώματα, που αντιμετωπίζονται ενδοσκοπικά χωρίς τομές. Όταν η νόσος εντοπιστεί ενόσω περιορίζεται στο τοίχωμα της κύστης, οι θεραπευτικές επιλογές είναι σαφώς περισσότερες.
Κλείστε ραντεβού με τον Δρ. Κυριάκου
Συμπτώματα του καρκίνου της ουροδόχου κύστης
Η ανώδυνη μακροσκοπική αιματουρία, δηλαδή το ορατό αίμα στα ούρα χωρίς πόνο, αποτελεί το πρώτο σύμπτωμα σε ποσοστό περίπου 85-90%. Η αιματουρία μπορεί να είναι και μικροσκοπική, διαλείπουσα ή συνεχής, και να συνυπάρχουν δυσουρικά ενοχλήματα, συχνουρία και επιτακτική ούρηση.
Ευρήματα που απαιτούν άμεση διερεύνηση
- Αίμα στα ούρα, ακόμα και μία μόνο φορά, ακόμα και αν υποχωρήσει από μόνο του
- Συχνουρία και επιτακτική ούρηση που εμφανίστηκαν πρόσφατα
- Κάψιμο ή ενόχληση στην ούρηση χωρίς ουρολοίμωξη
- Πόνος στην οσφύ ή στη λεκάνη
Η επέκταση του καρκίνου της κύστης μπορεί να οδηγήσει σε αποφρακτική νεφρική ανεπάρκεια, αλλά και σε συμπτώματα από διήθηση παρακείμενων σπλάγχνων ή από μεταστάσεις. Γι’ αυτό η διερεύνηση της αιματουρίας δεν αναβάλλεται.
Στάδια και βαθμός κακοήθειας
Η σταδιοποίηση περιγράφει πόσο βαθιά έχει εισχωρήσει ο όγκος στο τοίχωμα της κύστης. Είναι το στοιχείο που καθορίζει τη θεραπεία περισσότερο από κάθε άλλο.
| Στάδιο | Πού φτάνει | Κατηγορία |
|---|---|---|
| Ta | Μόνο στον βλεννογόνο, το πρώτο στρώμα | Επιφανειακός |
| Tis (CIS) | Επίπεδο καρκίνωμα in situ, επιφανειακό αλλά επιθετικό | Επιφανειακός |
| T1 | Στο χόριο, το δεύτερο στρώμα | Επιφανειακός |
| T2 | Στον μυϊκό χιτώνα | Διηθητικός |
| T3-T4 | Στον περικυστικό ιστό ή σε γειτονικά όργανα | Διηθητικός |
Παράλληλα με το στάδιο, ο παθολογοανατόμος δίνει και βαθμό κακοήθειας: χαμηλού ή υψηλού βαθμού. Στο παλαιότερο σύστημα αντιστοιχούσε σε G1, G2 και G3, όπου το grade 3 είναι ο υψηλού βαθμού, πιο επιθετικός τύπος. Ένα θήλωμα Ta χαμηλού βαθμού και ένα T1 υψηλού βαθμού αντιμετωπίζονται πολύ διαφορετικά, παρότι και τα δύο χαρακτηρίζονται επιφανειακά.
Επιβίωση και πρόγνωση
Η πρόγνωση εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από το αν ο όγκος έχει διηθήσει τον μυ της κύστης. Σύμφωνα με τα διεθνή δεδομένα καταγραφής καρκίνου, η πενταετής σχετική επιβίωση κατά προσέγγιση:
| Έκταση νόσου | 5ετής επιβίωση |
|---|---|
| Καρκίνωμα in situ | περίπου 96% |
| Εντοπισμένος στην κύστη | περίπου 71% |
| Με περιοχική επέκταση ή λεμφαδένες | περίπου 39% |
| Με απομακρυσμένες μεταστάσεις | περίπου 8% |
| Σύνολο όλων των σταδίων | περίπου 78% |
Τα νούμερα αυτά είναι στατιστικοί μέσοι όροι μεγάλων πληθυσμών και δεν προβλέπουν την πορεία ενός συγκεκριμένου ασθενούς. Το στάδιο, ο βαθμός κακοήθειας, η ηλικία, η γενική κατάσταση της υγείας και η ανταπόκριση στη θεραπεία μετράνε περισσότερο από κάθε μέσο όρο.
Σε δεδομένα από 1.054 ασθενείς που υποβλήθηκαν σε ριζική κυστεκτομή, η δεκαετής επιβίωση ελεύθερη νόσου έφτασε το 75% όταν οι λεμφαδένες ήταν αρνητικοί, έναντι 34% σε ασθενείς με λεμφαδενική διασπορά. Η παρουσία θετικών λεμφαδένων παραμένει ο ισχυρότερος αρνητικός προγνωστικός παράγοντας.
Είναι ιάσιμος ο καρκίνος της ουροδόχου κύστης;
Στα επιφανειακά στάδια, ναι. Οι όγκοι Ta και T1 αφαιρούνται ενδοσκοπικά μέσα από την ουρήθρα, χωρίς καμία εξωτερική τομή, και με τις κατάλληλες ενδοκυστικές εγχύσεις η νόσος ελέγχεται σε μεγάλο ποσοστό των ασθενών.
Υπάρχει όμως μια ιδιαιτερότητα που πρέπει να γίνει κατανοητή από την αρχή: ο καρκίνος της κύστης υποτροπιάζει συχνά. Το 50% των όγκων Ta και το 70% των όγκων T1 επανεμφανίζονται μέσα σε τρία χρόνια. Αυτό δεν σημαίνει αποτυχία της θεραπείας — σημαίνει ότι η παρακολούθηση με κυστεοσκόπηση δια βίου είναι μέρος της θεραπείας, όχι προαιρετική.
Στον διηθητικό καρκίνο η αντιμετώπιση είναι πιο επιθετική και η πρόγνωση πιο επιφυλακτική, αλλά η ριζική κυστεκτομή με πυελικό λεμφαδενικό καθαρισμό απαλλάσσει συχνά τον ασθενή από τη νόσο όταν αυτή περιορίζεται στο όργανο.
Κάθε περιστατικό αξιολογείται ξεχωριστά. Το στάδιο, ο βαθμός κακοήθειας και η γενική κατάσταση της υγείας καθορίζουν τι είναι εφικτό.
Ο καρκίνος της κύστης στη γυναίκα
Η σχέση εμφάνισης μεταξύ ανδρών και γυναικών είναι περίπου 3 προς 1, με αυξητική όμως τάση στις γυναίκες. Ο κίνδυνος ανάπτυξης πριν από τα 75 έτη είναι 2-4% στους άνδρες και 0,5-1% στις γυναίκες.
Το κρίσιμο σημείο είναι διαφορετικό: στη γυναίκα η διάγνωση συχνά καθυστερεί, επειδή η αιματουρία αποδίδεται σε ουρολοίμωξη ή σε γυναικολογική αιτία και αντιμετωπίζεται με αντιβίωση αντί να διερευνηθεί. Η επιβίωση ανά στάδιο ενδέχεται να είναι χειρότερη στις γυναίκες, και αυτό αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό ακριβώς σε αυτή την καθυστέρηση. Κάθε εύρημα στην κύστη σε γυναίκα, όπως ένας πολύποδας ουροδόχου κύστης, χρειάζεται πλήρη διερεύνηση.
Επιδημιολογία
Ο καρκίνος της ουροδόχου κύστης είναι ο πρώτος σε συχνότητα καρκίνος του ουροποιητικού συστήματος, αντιπροσωπεύοντας το 4,5% των κακοηθειών (6% στους άνδρες και 3% στις γυναίκες) και το 1,9% των θανάτων από καρκίνο. Στις ΗΠΑ αποτελεί την τέταρτη πιο συχνή μορφή καρκίνου στους άνδρες και την ένατη στις γυναίκες, με ετήσια επίπτωση 18/100.000.

Το μεγαλύτερο ποσοστό, περίπου 80% των περιπτώσεων, απαντάται μεταξύ 50 και 79 ετών και η μέση ηλικία διάγνωσης είναι τα 65 χρόνια.
Αιτιολογικοί παράγοντες
Ο βλεννογόνος της ουροδόχου κύστης έρχεται σε επαφή με σχεδόν όλες τις προσλαμβανόμενες ουσίες ή τους μεταβολίτες τους. Η χημική αλλοίωση που προκαλούν τα καρκινογόνα στο γενετικό υλικό των κυττάρων-στόχων θεωρείται το πρώτο βήμα στη διαδικασία της καρκινογένεσης.
- Κάπνισμα — ο κυριότερος παράγοντας κινδύνου
- Αρωματικές αμίνες: βενζιδίνη, ναφθυλαμίνη, αρυλαμίνες
- Νιτροζαμίνες και χλωριωμένοι αλειφατικοί υδρογονάνθρακες
- Φάρμακα, όπως η φαινακετίνη
- Ακτινοβολία
- Λοιμογόνοι παράγοντες, όπως το S. haematobium
Μέχρι σήμερα κανένας παράγοντας, βιταμίνες ή άλλα στοιχεία, δεν μπορεί να προταθεί ως προστατευτικός. Η μόνη τεκμηριωμένη πρόληψη είναι η αποφυγή του καπνίσματος.
Πώς γίνεται η διάγνωση
Η διάγνωση στηρίζεται σε συνδυασμό επεμβατικών και μη επεμβατικών μεθόδων. Η συνήθης σειρά είναι: λήψη ιστορικού, κλινική εξέταση, υπερηχογράφημα κύστης, κυστεοσκόπηση με λήψη βιοψιών, και αξονική ή μαγνητική τομογραφία εφόσον ο καρκίνος είναι διηθητικός.
Κυτταρολογική εξέταση ούρων
Καθιερώθηκε στη διάγνωση του καρκίνου του ουροθηλίου μετά την πρώτη αναφορά των Παπανικολάου και Marshall το 1945. Τρία πρωινά δείγματα ούρων αποτελούν το καταλληλότερο υλικό, με συνολική διαγνωστική ακρίβεια περίπου 87%. Είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σε όγκους υψηλού βαθμού κακοήθειας, με βασικό μειονέκτημα τη μικρή ευαισθησία και τα υποκειμενικά διαγνωστικά κριτήρια.
Σε ψευδώς θετικά αποτελέσματα μπορεί να οδηγήσουν η λιθίαση και οι επεμβατικοί χειρισμοί όπως ο καθετηριασμός και η κυστεοσκόπηση, η χημειοθεραπεία, καθώς και φλεγμονές όπως η διάμεση κυστίτιδα, οι ουρολοιμώξεις και ο HPV.
Απεικονιστικές εξετάσεις
Το υπερηχογράφημα θεωρείται εξέταση εκλογής για τη διερεύνηση μακροσκοπικής αιματουρίας, αλλά όχι για τη σταδιοποίηση, λόγω της μειωμένης ικανότητας να εκτιμήσει την περικυστική διήθηση.

Η αξονική και η μαγνητική τομογραφία είναι χρήσιμες για τη σταδιοποίηση λόγω της απεικόνισης του περικυστικού χώρου, με διαγνωστική ακρίβεια που κυμαίνεται από 40-98%. Η μαγνητική είναι ελαφρώς πιο ευαίσθητη, ειδικά η νέα πολυπαραμετρική μαγνητική ουροδόχου κύστης. Όταν η απεικόνιση γίνει μετά από διουρηθρική εκτομή, η ακρίβεια πέφτει στο 32-55%, επειδή η μετεγχειρητική φλεγμονή μιμείται τη νεοπλασματική διήθηση.
Κυστεοσκόπηση
Η κυστεοσκόπηση, με άκαμπτο ή εύκαμπτο κυστεοσκόπιο, είναι η εξέταση εκλογής που θέτει την τελική διάγνωση σε συνδυασμό με τη βιοψία. Με τη λήψη βιοψιών τόσο από τον όγκο όσο και από τις γύρω περιοχές επιτυγχάνεται η διάγνωση του ιστολογικού τύπου και βαθμού διαφοροποίησης, καθώς και ο έλεγχος για συνύπαρξη άλλων προκαρκινικών βλαβών (CIS). Επιτρέπει επίσης την εκτίμηση της μακροσκοπικής εικόνας των όγκων — μισχωτής, άμισχης ή οζώδους — του μεγέθους, του αριθμού και της θέσης τους, καθώς και των ουρητηρικών στομίων.


Διουρηθρική εκτομή του όγκου (TURT)
Η διουρηθρική εκτομή και η επακόλουθη ιστολογική εξέταση καθορίζουν τον ιστολογικό βαθμό και το στάδιο T, ενώ οι τυχαίες βιοψίες προσδιορίζουν το διάχυτο ή μη της βλάβης. Το ενδεχόμενο υπολειμματικού όγκου παραμένει υψηλό: μελέτη αναφέρει υπολειμματικό καρκίνο σε ποσοστό 33% στην επαναληπτική διουρηθρική.
Ο κυστεοσκοπικός φθορισμός μπορεί να βοηθήσει στην αναγνώριση όγκων που δεν φαίνονται με λευκό φως. Χρησιμοποιείται λάμπα ξένου για τον εντοπισμό του φθορισμού της φωτοευαίσθητης πρωτοπορφυρίνης IX, μετά από τοπική εφαρμογή 5-αμινολεβουλινικού οξέος. Η ευαισθησία της μεθόδου μπορεί να φθάσει το 96%.


Επιφανειακοί όγκοι: τα θηλώματα
Οι επιφανειακοί όγκοι, γνωστοί και ως θηλώματα ουροδόχου κύστης, αποτελούν την πλειονότητα των περιστατικών.

Θεραπεία των θηλωμάτων
Απόλυτη και αυστηρή πλήρης διουρηθρική αφαίρεση, δηλαδή μέσα από την ουρήθρα. Ακολουθεί άμεση έγχυση κυτταροστατικού φαρμάκου στην κύστη μέσα στο πρώτο 24ωρο, συνηθέστερα επιρουμπικίνη.

Ανάλογα με το αν πρόκειται για pTa ή pT1 και με τον βαθμό κακοήθειας, προτείνεται σχήμα ενδοκυστικών εγχύσεων με κυτταροστατικά φάρμακα ή με BCG, το εξασθενημένο μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης.
Θεραπεία εκλογής είναι η διουρηθρική αφαίρεση TURT με ρεζεκτοσκόπια που διαθέτουν ηλεκτρική αγκύλη κοπής, επικρατέστερα με διπολικό ρεύμα turis, ή λιγότερο συχνά με laser που προκαλούν θερμική τήξη και εξάχνωση. Τα laser έχουν χαμηλά ποσοστά επιπλοκών, με βασικό μειονέκτημα την αδυναμία συλλογής υλικού για βιοψία.
Γιατί υποτροπιάζουν και τι σημαίνει αυτό
Το 50% των όγκων σταδίου Ta και το 70% των όγκων σταδίου T1 υποτροπιάζουν μέσα σε τρία χρόνια. Η υψηλή συχνότητα αποδίδεται πρωταρχικά στον πολυεστιακό χαρακτήρα της νόσου. Οι ασθενείς που παραμένουν χωρίς υποτροπή το πρώτο έτος είναι πιθανό να μην υποτροπιάσουν για αρκετά χρόνια, ενώ όσοι υποτροπιάσουν νωρίς έχουν υψηλότερο κίνδυνο και στο μέλλον.
Σε υψηλού βαθμού κακοήθειας όγκους συνιστάται δεύτερη TURT εντός τριών εβδομάδων από την πρώτη. Δεύτερη TURT 4-6 εβδομάδες μετά ανέδειξε υπολειπόμενο όγκο στο 20% των ασθενών.
Παρακολούθηση
Η παρακολούθηση των ασθενών με επιφανειακούς όγκους πρέπει να γίνεται σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους, με κυστεοσκόπηση και κυτταρολογική εξέταση. Η συχνότητα εξατομικεύεται ανάλογα με τους προγνωστικούς παράγοντες.
Έχετε αίμα στα ούρα ή πρόσφατο ιστολογικό αποτέλεσμα; Η έγκαιρη διερεύνηση διευρύνει τις θεραπευτικές επιλογές.
Διηθητικός καρκίνος ουροδόχου κύστης
Αν στην αρχική διουρηθρική αφαίρεση η ιστολογική διάγνωση αναδείξει διηθητικό καρκίνωμα, δηλαδή διήθηση του μυός της κύστης, η αντιμετώπιση είναι διαφορετική, πιο επιθετική και η πρόγνωση πιο επιφυλακτική. Διαβάστε αναλυτικά για τον διηθητικό καρκίνο της ουροδόχου κύστης και τη ρομποτική χειρουργική.


Ριζική κυστεκτομή
Η κλασική θεραπεία για τον τοπικά περιορισμένο διηθητικό καρκίνο είναι η ριζική κυστεκτομή με πυελικό λεμφαδενικό καθαρισμό. Στον άνδρα η κύστη αφαιρείται μαζί με τον προστάτη, στη γυναίκα συνήθως μαζί με τη μήτρα και τις ωοθήκες. Και στα δύο φύλα περιλαμβάνεται εκτεταμένη εξαίρεση των λεμφαδένων της πυέλου.
Πριν από την κυστεκτομή προηγούνται απαραίτητα 2-3 κύκλοι χημειοθεραπείας ώστε να επιτευχθεί συρρίκνωση του όγκου, κάτι που βελτιώνει την πρόγνωση μετά το χειρουργείο.
Η επιβίωση συσχετίζεται τόσο με τον αριθμό των εξεταζόμενων λεμφαδένων όσο και με τον αριθμό των θετικών, γεγονός που οδήγησε στην έννοια της λεμφαδενικής πυκνότητας — της αναλογίας θετικών προς συνολικά αφαιρεθέντες λεμφαδένες. Η επιβίωση βελτιώνεται σημαντικά όταν λιγότεροι από 20% των λεμφαδένων είναι θετικοί.
Ρομποτική ριζική κυστεκτομή
Ογκολογικά η ανοικτή κυστεκτομή έχει τα ίδια αποτελέσματα με τη ρομποτική. Η ρομποτική όμως, λόγω της ελάχιστης παρέμβασης, υπερτερεί σε:
- Μικρότερη απώλεια αίματος
- Μείωση του εγχειρητικού τραύματος και του πόνου
- Ταχύτερη κινητοποίηση και έξοδο από το νοσοκομείο
- Λιγότερες μετεγχειρητικές κήλες, λόγω απουσίας τομής
Με περίσσεια ακρίβειας και πολύ πιο περιορισμένους χειρισμούς, η ρομποτικά υποβοηθούμενη ριζική κυστεκτομή αποκαθιστά την εκτροπή των ούρων με δημιουργία νέας κύστης από έντερο.


Εδώ και πολλά χρόνια στο Κέντρο Ελάχιστα Επεμβατικής Ουρολογίας έχουν πραγματοποιηθεί πληθώρα ρομποτικών ριζικών κυστεκτομών με εκτροπή ούρων, με εξαιρετικά ογκολογικά και λειτουργικά αποτελέσματα, περιλαμβανομένης της εγκράτειας και της διατήρησης της στυτικής λειτουργίας στους άνδρες. Ως κέντρο αναφοράς, έχουν πραγματοποιηθεί και κυστεκτομές διάσωσης μετά από αποτυχημένη ακτινοθεραπεία, εξαιρετικά δύσκολη επέμβαση λόγω των ινώσεων που προκαλεί η ακτινοβολία.
Αν ο ασθενής δεν είναι υποψήφιος για ριζική κυστεκτομή λόγω άλλης νοσηρότητας ή προχωρημένης ηλικίας, ακολουθείται συνδυασμός ακτινοθεραπείας με χημειοθεραπεία, με πτωχότερα όμως αποτελέσματα ως προς την πρόγνωση.
Ρομποτική κυστεκτομή, εκτροπή ούρων και κυστεκτομές διάσωσης στο Κέντρο Ελάχιστα Επεμβατικής Ουρολογίας του Ιατρικού Αθηνών.
Ο ρόλος του Ουρολόγου
Ο ουρολόγος διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην υγεία τόσο του άνδρα όσο και της γυναίκας, αντιμετωπίζοντας παθήσεις του ουροποιητικού και του αναπαραγωγικού συστήματος. Ειδικεύεται στη διάγνωση και θεραπεία προβλημάτων όπως οι καρκίνοι, οι ουρολοιμώξεις, οι λίθοι, η ακράτεια και οι σεξουαλικές δυσλειτουργίες. Με τη γνώση και την εξειδίκευσή του στη ρομποτική χειρουργική, προσφέρει ελάχιστα επεμβατικές λύσεις με μεγαλύτερη ακρίβεια και ταχύτερη ανάρρωση για τους ασθενείς.
Χρόνια εμπειρίας
Ουρολογικές επεμβάσεις
Ουρολογικά περιστατικά
Συχνές Ερωτήσεις
Ποιο είναι το πρώτο σύμπτωμα του καρκίνου της ουροδόχου κύστης;
Η ανώδυνη μακροσκοπική αιματουρία, δηλαδή το ορατό αίμα στα ούρα χωρίς πόνο, αποτελεί το πρώτο σύμπτωμα σε ποσοστό περίπου 85 έως 90% των περιπτώσεων. Η αιματουρία μπορεί να είναι και μικροσκοπική, διαλείπουσα ή συνεχής, ενώ ενδέχεται να συνυπάρχουν δυσουρικά ενοχλήματα, συχνουρία και επιτακτική ούρηση. Επειδή το αίμα συχνά εμφανίζεται μία φορά και υποχωρεί, πολλοί ασθενείς καθυστερούν τη διερεύνηση.
Είναι ιάσιμος ο καρκίνος της ουροδόχου κύστης;
Στα επιφανειακά στάδια Ta και T1 η νόσος αντιμετωπίζεται ενδοσκοπικά, χωρίς εξωτερική τομή, και ελέγχεται σε μεγάλο ποσοστό ασθενών. Η ιδιαιτερότητα είναι ότι υποτροπιάζει συχνά: το 50% των όγκων Ta και το 70% των T1 επανεμφανίζονται μέσα σε τρία χρόνια, γι’ αυτό η παρακολούθηση με κυστεοσκόπηση δια βίου αποτελεί μέρος της θεραπείας. Στον διηθητικό καρκίνο η ριζική κυστεκτομή απαλλάσσει συχνά τον ασθενή από τη νόσο όταν αυτή περιορίζεται στο όργανο.
Ποια είναι η επιβίωση στον καρκίνο της ουροδόχου κύστης;
Σύμφωνα με τα διεθνή δεδομένα καταγραφής καρκίνου, η πενταετής σχετική επιβίωση προσεγγίζει το 96% στο καρκίνωμα in situ, το 71% όταν ο όγκος είναι εντοπισμένος στην κύστη, το 39% με περιοχική επέκταση και το 8% με απομακρυσμένες μεταστάσεις. Στο σύνολο των σταδίων κυμαίνεται γύρω στο 78%. Πρόκειται για στατιστικούς μέσους όρους που δεν προβλέπουν την πορεία ενός συγκεκριμένου ασθενούς.
Ποια είναι τα στάδια του καρκίνου της ουροδόχου κύστης;
Το στάδιο Ta αφορά όγκο μόνο στον βλεννογόνο, το Tis το επίπεδο καρκίνωμα in situ και το T1 τη βλάβη στο χόριο. Και τα τρία θεωρούνται επιφανειακά. Από το T2 και πάνω ο όγκος έχει διηθήσει τον μυϊκό χιτώνα και χαρακτηρίζεται διηθητικός, ενώ τα T3 και T4 αφορούν επέκταση στον περικυστικό ιστό ή σε γειτονικά όργανα. Παράλληλα δίνεται και βαθμός κακοήθειας, χαμηλός ή υψηλός, που στο παλαιότερο σύστημα αντιστοιχούσε σε G1 έως G3.
Πόσο συχνός είναι και σε ποια ηλικία εμφανίζεται;
Είναι ο πρώτος σε συχνότητα καρκίνος του ουροποιητικού συστήματος και αντιπροσωπεύει το 4,5% των κακοηθειών, με 6% στους άνδρες και 3% στις γυναίκες, καθώς και το 1,9% των θανάτων από καρκίνο. Το μεγαλύτερο ποσοστό, περίπου 80% των περιπτώσεων, εμφανίζεται μεταξύ 50 και 79 ετών και η μέση ηλικία διάγνωσης είναι τα 65 χρόνια.
Αφορά και τις γυναίκες;
Ναι. Η σχέση εμφάνισης μεταξύ ανδρών και γυναικών είναι περίπου 3 προς 1, με αυξητική όμως τάση στις γυναίκες. Ο κίνδυνος ανάπτυξης πριν από την ηλικία των 75 ετών είναι 2 έως 4% στους άνδρες και 0,5 έως 1% στις γυναίκες. Στη γυναίκα η διάγνωση συχνά καθυστερεί, επειδή η αιματουρία αποδίδεται σε ουρολοίμωξη. Κάθε εύρημα στην κύστη σε γυναίκα, όπως ένας πολύποδας ουροδόχου κύστης, χρειάζεται πλήρη διερεύνηση.
Ποιοι είναι οι αιτιολογικοί παράγοντες;
Πρώτο και κυριότερο το κάπνισμα. Ακολουθούν χημικοί παράγοντες όπως οι νιτροζαμίνες, η βενζιδίνη, η ναφθυλαμίνη, οι αρυλαμίνες και οι χλωριωμένοι αλειφατικοί υδρογονάνθρακες, φάρμακα όπως η φαινακετίνη, η ακτινοβολία και λοιμογόνοι παράγοντες όπως το S. haematobium. Ο βλεννογόνος της ουροδόχου κύστης έρχεται σε επαφή με σχεδόν όλες τις προσλαμβανόμενες ουσίες ή τους μεταβολίτες τους, και η χημική αλλοίωση που προκαλούν τα καρκινογόνα στο γενετικό υλικό των κυττάρων-στόχων θεωρείται το πρώτο βήμα της καρκινογένεσης.
Πώς γίνεται η διάγνωση του καρκίνου της ουροδόχου κύστης;
Η συνήθης σειρά είναι: λήψη ιστορικού, κλινική εξέταση, υπερηχογράφημα κύστης, κυστεοσκόπηση με λήψη βιοψιών, και αξονική ή μαγνητική τομογραφία αν ο καρκίνος είναι διηθητικός. Η κυστεοσκόπηση σε συνδυασμό με τη βιοψία είναι η εξέταση εκλογής που θέτει την τελική διάγνωση, ενώ βοηθητική είναι και η κυτταρολογική εξέταση των ούρων.
Πόσο αξιόπιστη είναι η κυτταρολογική εξέταση ούρων;
Η εξέταση καθιερώθηκε στη διάγνωση του καρκίνου του ουροθηλίου μετά την πρώτη αναφορά των Παπανικολάου και Marshall το 1945. Τρία πρωινά δείγματα ούρων αποτελούν το καταλληλότερο υλικό, με συνολική διαγνωστική ακρίβεια περίπου 87%. Είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σε όγκους υψηλού βαθμού κακοήθειας, έχει όμως ως βασικό μειονέκτημα τη συνολικά μικρή ευαισθησία και τα υποκειμενικά διαγνωστικά κριτήρια, ενώ η λιθίαση και οι επεμβατικοί χειρισμοί μπορεί να δώσουν ψευδώς θετικά αποτελέσματα.
Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε επιφανειακό και διηθητικό καρκίνο;
Οι επιφανειακοί όγκοι, τα λεγόμενα θηλώματα ουροδόχου κύστης στα στάδια pTa και pT1, περιορίζονται στα επιφανειακά στρώματα του τοιχώματος και αντιμετωπίζονται κυρίως διουρηθρικά. Ο διηθητικός καρκίνος έχει διηθήσει τον μυ της κύστης, απαιτεί πιο επιθετική αντιμετώπιση όπως ριζική κυστεκτομή, και έχει πιο πτωχή πρόγνωση.
Πώς αντιμετωπίζονται οι επιφανειακοί όγκοι (θηλώματα);
Γίνεται πλήρης διουρηθρική αφαίρεση του όγκου (TURT), με άμεση έγχυση κυτταροστατικού φαρμάκου στην κύστη μέσα στο πρώτο 24ωρο. Ανάλογα με το στάδιο, pTa ή pT1, και τον βαθμό κακοήθειας ακολουθεί σχήμα ενδοκυστικών εγχύσεων με χημειοθεραπεία ή BCG. Επειδή η υποτροπή είναι συχνή, απαιτείται παρακολούθηση δια βίου με κυστεοσκόπηση και κυτταρολογική εξέταση.
Τι είναι η ρομποτική ριζική κυστεκτομή και ποια τα πλεονεκτήματά της;
Είναι η αφαίρεση της κύστης, στον άνδρα μαζί με τον προστάτη και στη γυναίκα συχνά μαζί με μήτρα και ωοθήκες, με εκτεταμένο πυελικό λεμφαδενικό καθαρισμό και αποκατάσταση της ροής των ούρων μέσω δημιουργίας νέας κύστης από έντερο. Ογκολογικά έχει τα ίδια αποτελέσματα με την ανοιχτή επέμβαση, αλλά υπερτερεί σε μικρότερη απώλεια αίματος, λιγότερο πόνο, ταχύτερη κινητοποίηση και λιγότερες μετεγχειρητικές κήλες λόγω απουσίας τομής. Συνήθως προηγούνται 2 έως 3 κύκλοι χημειοθεραπείας για συρρίκνωση του όγκου.
Γιατί δεν πρέπει να καθυστερεί η διερεύνηση;
Γιατί η επέκταση του καρκίνου της κύστης μπορεί να οδηγήσει σε αποφρακτική νεφρική ανεπάρκεια, καθώς και σε συμπτώματα από διήθηση παρακείμενων σπλάγχνων ή από μεταστάσεις. Η αντιμετώπιση διαφέρει ουσιωδώς ανάλογα με το αν πρόκειται για επιφανειακό όγκο, δηλαδή θηλώματα ουροδόχου κύστης, ή για διηθητικό καρκίνο, όπου εξετάζεται η ρομποτική κυστεκτομή. Όσο νωρίτερα γίνει η διάγνωση, τόσο περισσότερες είναι οι θεραπευτικές επιλογές.